Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Illusionist
01
ιλουζιονίστας, μάντης
a person with unusual powers of foresight
02
ιλουζιονίστας, μαγικός καλλιτέχνης
a performer who performs feats of magic and sleight of hand to entertain and astonish audiences
Παραδείγματα
The illusionist's performances left audiences spellbound, wondering how he accomplished his incredible illusions.
Οι παραστάσεις του ιλουζιονιστή άφησαν το κοινό μαγεμένο, αναρωτώμενο πώς κατάφερε τις απίθανες ψευδαισθήσεις του.
Λεξικό Δέντρο
illusionist
illusion
illus



























