illusionist
i
ɪ
i
llu
ˈlju:
lyoo
sio
ʒə
zhē
nist
nɪst
nist

Ορισμός και σημασία του "illusionist"στα αγγλικά

01

ιλουζιονίστας, μάντης

a person with unusual powers of foresight 
illusionist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
illusionists
02

ιλουζιονίστας, μαγικός καλλιτέχνης

a performer who performs feats of magic and sleight of hand to entertain and astonish audiences 
illusionist definition and meaning
Παραδείγματα
The illusionist dazzled the audience with his mind-bending tricks and illusions during the magic show. 

Ο ιλιουζιονίστας γοήτευσε το κοινό με τα εκπληκτικά του κόλπα και τις ψευδαισθήσεις κατά τη διάρκεια της μαγικής παράστασης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

illusionist
illusion
illus
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store