Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Illusion
01
ψευδαίσθηση, απάτη
an illusory feat; considered magical by naive observers
02
ψευδαίσθηση, απάτη
a misleading or incorrect mental representation of reality
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
illusions
Παραδείγματα
the horror movie created such a realistic illusion of fear that viewers were genuinely frightened.
Η ταινία τρόμου δημιούργησε μια τόσο ρεαλιστική ψευδαίσθηση φόβου που οι θεατές ήταν πραγματικά φοβισμένοι.
03
ψευδαίσθηση, απάτη
something that a lot of people consider to be true but is not
Παραδείγματα
The illusion that eating carrots improves night vision persists, although it is not supported by scientific studies.
Η ψευδαίσθηση ότι η κατανάλωση καρότων βελτιώνει την νυχτερινή όραση παραμένει, αν και δεν υποστηρίζεται από επιστημονικές μελέτες.
04
ψευδαίσθηση, απάτη
the act of deluding; deception by creating illusory ideas
Λεξικό Δέντρο
disillusion
disillusion
illusional
illusion
illus



























