idiopathic
Pronunciation
/ˌɪdioʊˈpæθək/

Ορισμός και σημασία του "idiopathic"στα αγγλικά

idiopathic
01

ιδιοπαθής, χωρίς γνωστή αιτία

not having any known cause or origin, especially in reference to a disease or condition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The condition was considered idiopathic because medical tests failed to uncover any underlying causes.
Η κατάσταση θεωρήθηκε ιδιοπαθής επειδή οι ιατρικές εξετάσεις απέτυχαν να αποκαλύψουν οποιεσδήποτε υποκείμενες αιτίες.

Λεξικό Δέντρο

idiopathic
idiopath
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store