Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
idiopathic
01
ιδιοπαθής, χωρίς γνωστή αιτία
not having any known cause or origin, especially in reference to a disease or condition
Παραδείγματα
The condition was considered idiopathic because medical tests failed to uncover any underlying causes.
Η κατάσταση θεωρήθηκε ιδιοπαθής επειδή οι ιατρικές εξετάσεις απέτυχαν να αποκαλύψουν οποιεσδήποτε υποκείμενες αιτίες.
Λεξικό Δέντρο
idiopathic
idiopath



























