idiolect
i
ˈɪ
i
dio
diə
diē
lect
lɛkt
lekt
idolect

Ορισμός και σημασία του "idiolect"στα αγγλικά

01

ιδιόλεκτος, ατομικό πρότυπο ομιλίας

(linguistics) the speech pattern that an individual uses at a particular period of life 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
idiolects

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store