ideal
Pronunciation
/aɪˈdiɫ/

Ορισμός και σημασία του "ideal"στα αγγλικά

01

ιδανικός, τέλειος

representing the best possible example or standard
ideal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ideal
συγκριτικός βαθμός
more ideal
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The warm weather and clear skies created the ideal conditions for a day at the beach.
Ο ζεστός καιρός και οι καθαροί ουρανοί δημιούργησαν τις ιδανικές συνθήκες για μια μέρα στην παραλία.
02

ιδεώδης

constituting or existing only in the form of an idea or mental image or conception
03

ιδεαλιστικός

pursuing or believing in perfect, often unrealistic, ideals or principles
Παραδείγματα
Their ideal approach to teamwork focused on harmony, ignoring the need for compromise.
Η ιδανική τους προσέγγιση στην ομαδική εργασία επικεντρώθηκε στην αρμονία, αγνοώντας την ανάγκη για συμβιβασμό.
01

ιδανικό, υπόδειγμα

a perfect or most desirable goal, standard, or principle that people aim to achieve
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ideals
Παραδείγματα
Freedom of speech remains a central ideal in political debates.
Η ελευθερία του λόγου παραμένει ένα κεντρικό ιδεώδες στις πολιτικές συζητήσεις.
02

ιδανικό, πρότυπο

someone or something considered to possess unmatched or unparalleled qualities of perfection
Παραδείγματα
He aspires to meet the ideal of a dedicated and reliable employee.
Φιλοδοξεί να ανταποκριθεί στο ιδανικό του αφοσιωμένου και αξιόπιστου υπαλλήλου.

Λεξικό Δέντρο

ideality
idealize
ideally
ideal
ide
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store