aquiline
aq
ˈæk
āk
ui
vi
line
laɪn
lain
aquitaine

Ορισμός και σημασία του "aquiline"στα αγγλικά

01

αετόμορφος, καμπυλωτός σαν ράμφος αετού

(of a person's nose) curved like an eagle's beak 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most aquiline
συγκριτικός βαθμός
more aquiline
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
anatomy, appearance, animals
Παραδείγματα
His aquiline nose gave him a regal, Romanesque profile. 

Η αετομύτη μύτη του του έδινε ένα βασιλικό, ρομανικό προφίλ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store