Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Iamb
01
ίαμβος, ιαμβικός
a metrical unit in poetry consisting of an unstressed syllable followed by a stressed syllable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
iambs
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
iambic
iambic
iamb



























