Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ibex
01
αγριόγιδο, ίμπεξ
a wild goat that inhabits mountainous areas of Europe and is identified with long curved horns
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ibexes



























