Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hysteric
01
υστερικός, σχετικός με την υστερία
characterized by or arising from psychoneurotic hysteria
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hysteric
συγκριτικός βαθμός
more hysteric
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
psychology, behavior, emotion
Hysteric
01
υστερικός, άτομο που πάσχει από υστερία
a person suffering from hysteria
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hysterics
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
hysteric
hyster



























