hysteric
Pronunciation
/ˌhɪsˈtɛɹɪk/

Ορισμός και σημασία του "hysteric"στα αγγλικά

01

υστερικός, σχετικός με την υστερία

characterized by or arising from psychoneurotic hysteria
hysteric definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hysteric
συγκριτικός βαθμός
more hysteric
διαβαθμίσιμο
01

υστερικός, άτομο που πάσχει από υστερία

a person suffering from hysteria
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hysterics
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store