Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aquatint
01
ακουατίντα, τεχνική χαρακτικής που περιλαμβάνει τη δημιουργία τόνων σε μεταλλική πλάκα
an etching technique that involves creating a tonal range on a metal plate by exposing it to an acid-resistant resin that is then heated
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aquatints
02
ακουατίντα, χαρακτικό που μοιάζει με ακουαρέλα
an etching made by a process that makes it resemble a water color
to aquatint
01
χαράσσω με τεχνική ακουατίντα, φτιάχνω ακουατίντα
etch in aquatint
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
aquatint
γ΄ ενικό πρόσωπο
aquatints
ενεστώτα μετοχή
aquatinting
απλός αόριστος
aquatinted
παθητική μετοχή
aquatinted



























