Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hyperventilate
01
υπεραερίζομαι, αναπνέω πολύ γρήγορα
to breathe at a very fast pace
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hyperventilate
γ΄ ενικό πρόσωπο
hyperventilates
ενεστώτα μετοχή
hyperventilating
απλός αόριστος
hyperventilated
παθητική μετοχή
hyperventilated
Παραδείγματα
The intense workout caused him to hyperventilate.
Η έντονη προπόνηση τον έκανε να υπεραερίζεται.
02
υπεραερίζω, προκαλώ υπεραερισμό
produce hyperventilation in
Λεξικό Δέντρο
hyperventilate
ventilate
ventil



























