to hyperventilate
Pronunciation
/hˌaɪpɚvˈɛntᵻlˌeɪt/

Ορισμός και σημασία του "hyperventilate"στα αγγλικά

to hyperventilate
01

υπεραερίζομαι, αναπνέω πολύ γρήγορα

to breathe at a very fast pace
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hyperventilate
γ΄ ενικό πρόσωπο
hyperventilates
ενεστώτα μετοχή
hyperventilating
απλός αόριστος
hyperventilated
παθητική μετοχή
hyperventilated
Παραδείγματα
The intense workout caused him to hyperventilate.
Η έντονη προπόνηση τον έκανε να υπεραερίζεται.
02

υπεραερίζω, προκαλώ υπεραερισμό

produce hyperventilation in

Λεξικό Δέντρο

hyperventilate
ventilate
ventil
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store