aptitude
Pronunciation
/ˈæptəˌtud/

Ορισμός και σημασία του "aptitude"στα αγγλικά

01

ικανότητα, ταλέντο

natural talent or ability in a particular skill or area
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aptitudes
Παραδείγματα
The company is looking for candidates with a strong aptitude for technology.
Η εταιρεία αναζητά υποψήφιους με ισχυρή ικανότητα για την τεχνολογία.

Λεξικό Δέντρο

inaptitude
aptitude
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store