aptitude
ap
ˈæp
āp
ti
ti
tude
ˌtju:d
tyood

Ορισμός και σημασία του "aptitude"στα αγγλικά

01

ικανότητα, ταλέντο

natural talent or ability in a particular skill or area 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aptitudes
Παραδείγματα
His aptitude in mathematics made him the top student in the class. 

Η ικανότητα του στα μαθηματικά τον έκανε τον καλύτερο μαθητή της τάξης.

Λεξικό Δέντρο

inaptitude
aptitude
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store