Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Apse
01
αψίδα, μικρή καμπύλη περιοχή σε μια εκκλησία
a small curved area in a church, particularly at the east end of it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
apses



























