april fool
Pronunciation
/ˈeɪpɹəl fˈuːl/

Ορισμός και σημασία του "april fool"στα αγγλικά

01

πρωταπριλιά, αστείο της πρώτης Απριλίου

a practical joke or trick played on the first day of April
april fool definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
April fools
02

θύμα της Πρωταπριλιάς, αποπριλιάτικη θύμα

the butt of a prank played on April 1st
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store