Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
April fool
01
πρωταπριλιά, αστείο της πρώτης Απριλίου
a practical joke or trick played on the first day of April
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
April fools
02
θύμα της Πρωταπριλιάς, αποπριλιάτικη θύμα
the butt of a prank played on April 1st



























