Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hydrofoil
Παραδείγματα
Our vacation included a thrilling ride on a hydrofoil.
Οι διακοπές μας περιλάμβαναν μια συναρπαστική βόλτα με υδροπτέρυγα.
02
υδροπτέρυγο, υδροφόιλ
a submerged surface, typically a flat or curved metal plate, designed to lift a vessel or object as it moves through water
Παραδείγματα
The aircraft 's floats were fitted with small hydrofoils for smoother takeoff.
Οι πλωτήρες του αεροσκάφους ήταν εξοπλισμένοι με μικρά υδροφόιλ για πιο ομαλή απογείωση.



























