Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hydrologist
01
υδρολόγος, γεωλόγος ειδικευμένος στην υδρολογία
a geologist skilled in hydrology
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hydrologists
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
hydrologist
hydrology
hydro



























