Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hydrate
01
υδρίτης, ένυδρο ένωμα
any compound that contains water of crystallization
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hydrates
to hydrate
01
ενυδατώνω, υδροποιώ
to provide someone or something with water or fluids to ensure proper function or health
Transitive: to hydrate sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hydrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
hydrates
ενεστώτα μετοχή
hydrating
απλός αόριστος
hydrated
παθητική μετοχή
hydrated
Παραδείγματα
Athletes are hydrating themselves with sports drinks during the marathon.
Οι αθλητές ενυδατώνουν τους εαυτούς τους με αθλητικά ποτά κατά τη διάρκεια του μαραθώνιου.
1.1
ενυδατώνω, πίνω νερό
to take in water or fluids to stay healthy or maintain proper function
Intransitive
Παραδείγματα
It's essential to hydrate by drinking water throughout the day.
Είναι απαραίτητο να ενυδατώνεστε πίνοντας νερό καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας.
02
ενυδατώνω, συνδυάζομαι με μόρια νερού
(chemistry) to combine and form a compound with water molecules
Intransitive
Παραδείγματα
When calcium chloride is exposed to air, it hydrates by absorbing moisture from the atmosphere.
Όταν το χλωριούχο ασβέστιο εκτίθεται στον αέρα, ενυδατώνεται απορροφώντας υγρασία από την ατμόσφαιρα.
Λεξικό Δέντρο
monohydrate
hydrate



























