hussy
Pronunciation
/ˈhəsi/

Ορισμός και σημασία του "hussy"στα αγγλικά

01

πόρνη, τσούλα

a promiscuous or sexually forward woman
informal
offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hussies
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store