Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hurdle
01
εμπόδιο, φράγμα
a light, movable barrier that competitors must jump over in certain races
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hurdles
Παραδείγματα
The runner cleared the first hurdle effortlessly.
Ο δρομέας ξεπέρασε το πρώτο εμπόδιο χωρίς κόπο.
02
άλμα εμποδίου, υπέρβαση εμποδίου
the action of leaping over an obstacle
Παραδείγματα
His best hurdle came at the final barrier.
Το καλύτερο άλμα εμποδίων του ήρθε στο τελευταίο εμπόδιο.
03
εμπόδιο, δυσκολία
a difficulty or problem that must be overcome in order to achieve something
Παραδείγματα
The biggest hurdle for the startup was securing enough funding to launch their product.
Το μεγαλύτερο εμπόδιο για την startup ήταν η εξασφάλιση αρκετής χρηματοδότησης για την κυκλοφορία του προϊόντος τους.
to hurdle
01
πηδώ εμπόδια, ξεπεράσω εμπόδια
to jump over obstacles while running
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
hurdle
γ΄ ενικό πρόσωπο
hurdles
ενεστώτα μετοχή
hurdling
απλός αόριστος
hurdled
παθητική μετοχή
hurdled
Παραδείγματα
The track and field athlete regularly hurdles over the barriers during practice.
Ο αθλητής του στίβου περνάει τακτικά τα εμπόδια κατά την προπόνηση.



























