hungrily
hung
ˈhʌng
hang
ri
rɪ
ri
ly
li
li

Ορισμός και σημασία του "hungrily"στα αγγλικά

01

πεινασμένα, λαίμαργα

in a way that shows a strong desire or need for food 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He stared hungrily at the buffet table before piling up his plate. 

Κοίταξε πεινασμένα το τραπέζι με το μπουφέ πριν γεμίσει το πιάτο του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hungrily
hungry
hunger
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store