Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hunch forward
01
σκύβω προς τα εμπρός, στρογγυλεύω την πλάτη λυγίζοντας προς τα εμπρός
round one's back by bending forward and drawing the shoulders forward
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
forward
βασικό ρήμα
hunch
ενεστώτας
hunch forward
γ΄ ενικό πρόσωπο
hunches forward
ενεστώτα μετοχή
hunching forward
απλός αόριστος
hunched forward
παθητική μετοχή
hunched forward



























