apprentice
app
ˈəp
ēp
ren
rɛn
ren
tice
tɪs
tis
portentoustomentousmomentousfilamentous

Ορισμός και σημασία του "apprentice"στα αγγλικά

01

μαθητευόμενος, πρακτορικός

someone who works for a skilled person for a specific period of time to learn their skills, usually earning a low income 
apprentice definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
apprentices
Παραδείγματα
Apprentices often do tasks under close supervision. 

Οι μαθητευόμενοι συχνά εκτελούν εργασίες υπό αυστηρή επίβλεψη.

to apprentice
01

είμαι μαθητευόμενος, εργάζομαι ως μαθητευόμενος

be or work as an apprentice 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
apprentice
γ΄ ενικό πρόσωπο
apprentices
ενεστώτα μετοχή
apprenticing
απλός αόριστος
apprenticed
παθητική μετοχή
apprenticed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store