humbleness
hum
ˈhʌm
ham
ble
bəl
bēl
ness
nəs
nēs
humaneness

Ορισμός και σημασία του "humbleness"στα αγγλικά

01

ταπεινότητα, μετριοφροσύνη

the quality of being modest, unpretentious, and not overly proud of oneself 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His humbleness made him well-respected among his peers. 

Η ταπεινότητα του τον έκανε να είναι σεβαστός ανάμεσα στους συνομηλίκους του.

02

ταπεινοφροσύνη

a humble feeling 
03

ταπεινότητα, μετριοφροσύνη

the state of being humble and unimportant 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store