Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
humble
01
ταπεινός, μετριόφρων
behaving in a way that shows the lack of pride or sense of superiority over others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
humblest
συγκριτικός βαθμός
humbler
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The humble leader listens to the ideas and concerns of others, valuing their contributions.
Ο ταπεινός ηγέτης ακούει τις ιδέες και τις ανησυχίες των άλλων, εκτιμώντας τις συνεισφορές τους.
02
ταπεινός, κατώτερος
inferior in rank, status, or quality
Παραδείγματα
The school provides humble facilities for its students.
Το σχολείο παρέχει ταπεινές εγκαταστάσεις για τους μαθητές του.
03
ταπεινός, μετριόφρων
having a low social rank or position, often characterized by modesty
Παραδείγματα
Growing up in a humble household taught her the value of hard work and perseverance.
Η μεγάλωση σε ένα ταπεινό νοικοκυριό της δίδαξε την αξία της σκληρής δουλειάς και της επιμονής.
04
ταπεινός, απλός
relating to simple, unskilled, or menial work, often domestic
Παραδείγματα
He completes humble duties without complaint.
Ολοκληρώνει ταπεινές καθήκοντες χωρίς παράπονο.
to humble
01
ταπεινώνω, χαμηλώνω
to make someone feel ashamed by reminding them of their weaknesses or limitations
Transitive: to humble sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
humble
γ΄ ενικό πρόσωπο
humbles
ενεστώτα μετοχή
humbling
απλός αόριστος
humbled
παθητική μετοχή
humbled
Παραδείγματα
The wise words of the elder humbled the arrogant young man.
Οι σοφές λέξεις του γέρου ταπείνωσαν τον αλαζόνα νεαρό.
02
ταπεινώνω, μειώνω
to significantly diminish someone’s strength, influence, or dignity
Transitive: to humble sb
Παραδείγματα
The reality of war humbled the soldier, changing his perspective on conflict.
Η πραγματικότητα του πολέμου ταπείνωσε τον στρατιώτη, αλλάζοντας την προοπτική του για τη σύγκρουση.
Λεξικό Δέντρο
humbleness
humble



























