Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
humble
01
ταπεινός, μετριόφρων
behaving in a way that shows the lack of pride or sense of superiority over others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
humblest
συγκριτικός βαθμός
humbler
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He's a humble person, never boasting about his achievements and always treating others with kindness.
Είναι ένα ταπεινό άτομο, που ποτέ δεν καυχιέται για τα επιτεύγματά του και πάντα συμπεριφέρεται στους άλλους με καλοσύνη.
02
ταπεινός, κατώτερος
inferior in rank, status, or quality
Παραδείγματα
The company occupies a humble position in the industry.
Η εταιρεία κατέχει μια ταπεινή θέση στη βιομηχανία.
03
ταπεινός, μετριόφρων
having a low social rank or position, often characterized by modesty
Παραδείγματα
Despite his humble beginnings, he rose to become a respected leader in the community.
Παρά τις ταπεινές του αρχές, έγινε ένας σεβαστός ηγέτης στην κοινότητα.
04
ταπεινός, απλός
relating to simple, unskilled, or menial work, often domestic
Παραδείγματα
He performs humble tasks around the household.
Εκτελεί ταπεινές εργασίες γύρω από το νοικοκυριό.
to humble
01
ταπεινώνω, χαμηλώνω
to make someone feel ashamed by reminding them of their weaknesses or limitations
Transitive: to humble sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
humble
γ΄ ενικό πρόσωπο
humbles
ενεστώτα μετοχή
humbling
απλός αόριστος
humbled
παθητική μετοχή
humbled
Παραδείγματα
His failure in the competition humbled him and made him reevaluate his approach.
Η αποτυχία του στον διαγωνισμό τον ταπείνωσε και τον έκανε να επανεκτιμήσει την προσέγγισή του.
02
ταπεινώνω, μειώνω
to significantly diminish someone’s strength, influence, or dignity
Transitive: to humble sb
Παραδείγματα
The once-dominant empire was humbled by a series of unexpected defeats.
Η κάποτε κυρίαρχη αυτοκρατορία ταπεινώθηκε από μια σειρά απροσδόκητων ήττων.
Λεξικό Δέντρο
humbleness
humble



























