humanoid
hu
ˈhju:
χγου
ma
mə
μα
noid
nɔɪd
νοϊντ

Ορισμός και σημασία του "humanoid"στα αγγλικά

01

ανθρωποειδές, ανδροειδές

an automaton that resembles a human being 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
humanoids

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store