hug
hug
hʌg
χαγκ
/hʌɡ/

Ορισμός και σημασία του "hug"στα αγγλικά

to hug
01

αγκαλιάζω, σφίγγω

to tightly and closely hold someone in one's arms, typically a person one loves
Intransitive
Transitive: to hug sb
to hug definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hug
γ΄ ενικό πρόσωπο
hugs
ενεστώτα μετοχή
hugging
απλός αόριστος
hugged
παθητική μετοχή
hugged
Παραδείγματα
Feeling grateful, she hugged the person who returned her lost belongings.
Αισθανόμενη ευγνωμοσύνη, αγκάλιασε το άτομο που της επέστρεψε τα χαμένα της αντικείμενα.
02

αγκαλιάζω, εφαρμόζω

to surround or fit closely and snugly around something
Transitive: to hug sth
Παραδείγματα
The soft fabric of the seat cover hugged the shape of the chair perfectly.
Το μαλακό ύφασμα της κάλυψης του καθίσματος αγκαλιάζει τέλεια το σχήμα της καρέκλας.
01

αγκαλιά, σφίξιμο

the act of closely holding someone in one's arms, usually as a sign of affection
hug definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hugs

Λεξικό Δέντρο

hugger
hugging
hug
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store