Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hue
01
απόχρωση, χροιά
the attribute of color that distinguishes one color from another based on its position in the color spectrum or wheel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hues
Παραδείγματα
The artist chose a warm hue to create a cozy atmosphere in the painting.
Ο καλλιτέχνης επέλεξε μια ζεστή απόχρωση για να δημιουργήσει μια ζεστή ατμόσφαιρα στη ζωγραφική.
02
απόχρωση, τόνος
a type of attitude, belief, or opinion one has
Παραδείγματα
The debate showcased a wide range of political hues among the participants.
Η συζήτηση παρουσίασε ένα ευρύ φάσμα πολιτικών αποχρώσεων μεταξύ των συμμετεχόντων.
to hue
01
χρωματίζω, βάφω
suffuse with color
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hue
γ΄ ενικό πρόσωπο
hues
ενεστώτα μετοχή
huing
απλός αόριστος
hued
παθητική μετοχή
hued
02
παίρνω χρώμα, χρωματίζομαι
take on color or become colored
Λεξικό Δέντρο
hueless
hue



























