Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to huddle
01
συγκεντρώνομαι, μαζεύομαι
to gather closely, usually for privacy, protection, or discussion
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
huddle
γ΄ ενικό πρόσωπο
huddles
ενεστώτα μετοχή
huddling
απλός αόριστος
huddled
παθητική μετοχή
huddled
Παραδείγματα
The football team huddled together to discuss their strategy.
Η ομάδα ποδοσφαίρου συγκεντρώθηκε για να συζητήσει τη στρατηγική τους.
02
συμμαζεύομαι, κουλουριάζομαι
to pull one's body close together
Intransitive
Παραδείγματα
She huddled under the blanket to shield herself from the cold.
Συμπυκνώθηκε κάτω από την κουβέρτα για να προστατευτεί από το κρύο.
Huddle
01
γρήγορη ιδιωτική συνδιάλεξη, σύντομη ιδιωτική σύσκεψη
(informal) a quick private conference
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
huddles
02
πλήθος, συγκέντρωση
a small crowd of people gathered tightly
Λεξικό Δέντρο
huddled
huddler
huddle



























