hr
hr
eɪʧ
eich

Ορισμός και σημασία του "hr"στα αγγλικά

01

ώρα, ώρα

a period of time equal to 1/24th of a day 
hr definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hours

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store