hr
Pronunciation
/ˈeɪˈtʃɑɹ/

Ορισμός και σημασία του "hr"στα αγγλικά

01

ώρα, ώρα

a period of time equal to 1/24th of a day
hr definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hours
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store