Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apposite
01
κατάλληλος, σχετικός
having the quality of being appropriate or closely connected to the subject or situation at hand
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most apposite
συγκριτικός βαθμός
more apposite
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her apposite comment perfectly captured the mood of the meeting.
Το κατάλληλο σχόλιό της έπιασε τέλεια την ατμόσφαιρα της συνάντησης.
Λεξικό Δέντρο
appositeness
inapposite
apposite
appose



























