Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apposite
01
κατάλληλος, σχετικός
having the quality of being appropriate or closely connected to the subject or situation at hand
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most apposite
συγκριτικός βαθμός
more apposite
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The painting ’s title was apposite to its theme.
Ο τίτλος του πίνακα ήταν κατάλληλος για το θέμα του.
Λεξικό Δέντρο
appositeness
inapposite
apposite
appose



























