hovel
ho
ˈhɒ
ho
vel
vəl
vēl
havelhotelhomel

Ορισμός και σημασία του "hovel"στα αγγλικά

01

καλύβα, παράγκα

a small house that is in an extremely poor condition 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hovels
Παραδείγματα
The old man lived in a dilapidated hovel at the edge of the village, barely protected from the elements. 

Ο γέρος ζούσε σε ένα ερειπωμένο καλύβι στην άκρη του χωριού, μετά βίας προστατευμένο από τα στοιχεία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store