Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Housekeeping
01
καθαριότητα, οικιακές εργασίες
the work of cleaning and running a house
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
housekeepings
02
καθαριότητα, υπηρεσία δωματίου
the department tasked with cleaning rooms, etc. in a hotel, hospital, etc.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
housekeeping
housekeep
house
keep



























