housekeeping
house
ˈhaʊs
haws
kee
ki:
ki
ping
pɪng
ping

Ορισμός και σημασία του "housekeeping"στα αγγλικά

01

καθαριότητα, οικιακές εργασίες

the work of cleaning and running a house 
housekeeping definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
housekeepings
02

καθαριότητα, υπηρεσία δωματίου

the department tasked with cleaning rooms, etc. in a hotel, hospital, etc. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store