Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Housefly
01
σπιτομύγα, κοινή μύγα
a small, grayish-black insect known for its rapid flight, buzzing sound, and ability to transmit diseases by contaminating food and surfaces
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
houseflies
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
housefly
house
fly



























