Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Applier
01
εφαρμοστής, συσκευή εφαρμογής
a device for applying a substance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
appliers
02
υποψήφιος, αιτών
a person who requests or seeks something such as assistance or employment or admission
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
applier
apply



























