Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Applicator
01
εφαρμοστής
a tool used to apply cosmetic products to the skin, such as brushes, sponges, wands, or pads
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
applicators
02
εφαρμοστής, συσκευή εφαρμογής
a device for applying a substance
Λεξικό Δέντρο
applicator
apply



























