Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hostility
Παραδείγματα
He could sense the hostility in her voice, even though she tried to remain calm.
Μπορούσε να νιώσει την εχθρότητα στη φωνή της, παρόλο που προσπαθούσε να παραμείνει ήρεμη.
02
εχθρότητα, επίθεση
violent action that is hostile and usually unprovoked
Παραδείγματα
Their hostility escalated to violence, disrupting the peace.
Η εχθρότητά τους κλιμακώθηκε σε βία, διαταράσσοντας την ειρήνη.
03
εχθρότητα, αντιπάθεια
a state of deep, entrenched ill-will or animosity
Παραδείγματα
The hostility between the two political factions is rooted in past grievances.
Η εχθρότητα μεταξύ των δύο πολιτικών παρατάξεων έχει τις ρίζες της σε παλιά παράπονα.
Λεξικό Δέντρο
hostility
hostile



























