hostility
hos
ˈhɒs
hos
ti
ti
li
ty
ti
ti
sterilitygentilitystabilityliability

Ορισμός και σημασία του "hostility"στα αγγλικά

01

εχθρότητα, αντιπάθεια

behavior or feelings that are aggressive or unfriendly 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hostilities
Παραδείγματα
The hostility between the two rival teams was evident throughout the entire match. 

Η εχθρότητα μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων ομάδων ήταν εμφανής σε όλο το παιχνίδι.

02

εχθρότητα, επίθεση

violent action that is hostile and usually unprovoked 
Παραδείγματα
The army was accused of hostility against civilian populations. 

Ο στρατός κατηγορήθηκε για εχθρότητα εναντίον του πολιτικού πληθυσμού.

03

εχθρότητα, αντιπάθεια

a state of deep, entrenched ill-will or animosity 
Παραδείγματα
The long-standing hostility between the families prevented any reconciliation. 

Η μακρόχρονη εχθρότητα μεταξύ των οικογενειών εμπόδισε κάθε συμφιλίωση.

Λεξικό Δέντρο

hostility
hostile
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store