Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hospitalization
01
νοσηλεία, εισαγωγή στο νοσοκομείο
the act of admitting a patient into a hospital for clinical care, observation, or treatment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hospitalizations
Παραδείγματα
After the diagnosis, the doctor recommended hospitalization so she could begin intravenous antibiotics.
Μετά τη διάγνωση, ο γιατρός συνέστησε την εισαγωγή στο νοσοκομείο ώστε να μπορέσει να ξεκινήσει ενδοφλέβια αντιβιοτικά.
1.1
νοσηλεία, διαμονή στο νοσοκομείο
a continuous period during which a person remains confined in a hospital as an in‑patient
Παραδείγματα
Her hospitalization lasted five days while doctors monitored the heart condition and adjusted medications.
Η νοσηλεία της διήρκησε πέντε ημέρες ενώ οι γιατροί παρακολουθούσαν την καρδιακή κατάσταση και προσαρμοζόταν τα φάρμακα.



























