Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Horsemeat
01
κρέας αλόγου, ίππειο κρέας
the flesh of horses as food
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
horsemeats
Λεξικό Δέντρο
horsemeat
horse
meat



























