horsemeat
horse
hɔ:s
χοσ
meat
mit
μιτ

Ορισμός και σημασία του "horsemeat"στα αγγλικά

01

κρέας αλόγου, ίππειο κρέας

the flesh of horses as food 
horsemeat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
horsemeats

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

horsemeat

horse

+

meat

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store