Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Horsefly
01
αλογόμυγα, μεγάλη μύγα
a large fly characterized by its strong bite and preference for feeding on the blood of mammals
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
horseflies
02
αλογόμυγα, ταβανιός
winged fly parasitic on horses
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
horsefly
horse
fly



























