Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to horse around
01
παίζω, αστειεύομαι
indulge in horseplay
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
around
βασικό ρήμα
horse
ενεστώτας
horse around
γ΄ ενικό πρόσωπο
horses around
ενεστώτα μετοχή
horsing around
απλός αόριστος
horsed around
παθητική μετοχή
horsed around



























