Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Horse
01
άλογο, ίππος
an animal that is large, has a tail and four legs, and we use for racing, pulling carriages, riding, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
horses
Παραδείγματα
A beautiful white horse grazed peacefully in the meadow.
Ένα όμορφο λευκό άλογο βόσκησε ήρεμα στο λιβάδι.
02
άλογο, ιππότης
a chessman shaped to resemble the head of a horse; can move two squares horizontally and one vertically (or vice versa)
03
άλογο γυμναστικής, γυμναστικό εργαλείο με πόδια
a padded gymnastic apparatus on legs
04
παλούκι, στήριγμα για πριόνισμα ξύλου
a framework for holding wood that is being sawed
05
ιππικό, στρατεύματα εκπαιδευμένα για μάχη επί ιππείου
troops trained to fight on horseback
to horse
01
παρέχω άλογο ή άλογα
provide with a horse or horses
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
horse
γ΄ ενικό πρόσωπο
horses
ενεστώτα μετοχή
horsing
απλός αόριστος
horsed
παθητική μετοχή
horsed



























