horse
Pronunciation
/hɔːrs/

Ορισμός και σημασία του "horse"στα αγγλικά

01

άλογο, ίππος

an animal that is large, has a tail and four legs, and we use for racing, pulling carriages, riding, etc.
horse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
horses
Παραδείγματα
The majestic horse galloped across the open field.
Το μεγαλοπρεπές άλογο έτρεξε σε ανοιχτό χωράφι.
02

άλογο, ιππότης

a chessman shaped to resemble the head of a horse; can move two squares horizontally and one vertically (or vice versa)
horse definition and meaning
03

άλογο γυμναστικής, γυμναστικό εργαλείο με πόδια

a padded gymnastic apparatus on legs
04

παλούκι, στήριγμα για πριόνισμα ξύλου

a framework for holding wood that is being sawed
05

ιππικό, στρατεύματα εκπαιδευμένα για μάχη επί ιππείου

troops trained to fight on horseback
to horse
01

παρέχω άλογο ή άλογα

provide with a horse or horses
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
horse
γ΄ ενικό πρόσωπο
horses
ενεστώτα μετοχή
horsing
απλός αόριστος
horsed
παθητική μετοχή
horsed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store