horror
Pronunciation
/ˈhɔrɚ/

Ορισμός και σημασία του "horror"στα αγγλικά

01

φρίκη, τρόμος

a great fear or shock
horror definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
horrors
Παραδείγματα
John 's mind reeled with horror as he witnessed the aftermath of the accident on the highway.
Το μυαλό του Τζον γύριζε από τρόμο καθώς παρακολουθούσε τις συνέπειες του ατυχήματος στην εθνική οδό.
02

τρόμου

a kind of story, movie, etc. intended to scare people
horror definition and meaning
Παραδείγματα
We stayed up late watching horror shows on Halloween.
Μείναμε ξύπνιοι μέχρι αργά βλέποντας τρομακτικές εκπομπές στην Απόκριες.
03

φρίκη, απέχθεια

intense aversion
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store