Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
horrifyingly
01
τρομακτικά, φρικτά
in a manner that causes extreme fear, shock, or dread
Παραδείγματα
The disease spread horrifyingly fast through the remote village.
Η ασθένεια εξαπλώθηκε τρομακτικά γρήγορα μέσα στο απομακρυσμένο χωριό.
Λεξικό Δέντρο
horrifyingly
horrifying
horrify



























