horde
horde
hɔ:d
hawd
horse

Ορισμός και σημασία του "horde"στα αγγλικά

01

μια ορδή, ένας πολυπληθής αριθμός

an immense or overwhelming number of people or things 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hordes
Παραδείγματα
The festival attracted a horde of fans from all over the country. 

Το φεστιβάλ προσέλκυσε μια ομάδα θαυμαστών από όλη τη χώρα.

02

ομάδα, πλήθος

a large moving crowd or mass of people, often in a disorderly or unruly manner 
03

ομάδα, νομαδική κοινότητα

a nomadic community 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store