Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hop on
01
ανεβαίνω στο πίσω μέρος, σκαρφαλώνω στην πλάτη
get up on the back of
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
hop
ενεστώτας
hop on
γ΄ ενικό πρόσωπο
hops on
ενεστώτα μετοχή
hopping on
απλός αόριστος
hopped on
παθητική μετοχή
hopped on
02
ανεβαίνω σε, πηδώ σε
to board a vehicle, such as a bus, train, or tram
slang
Παραδείγματα
You can hop on the shuttle to get to the airport.
Μπορείτε να ανεβείτε στο λεωφορείο για να πάτε στο αεροδρόμιο.



























