Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
honorably
Παραδείγματα
The judge was known for ruling honorably, without bias.
Ο δικαστής ήταν γνωστός για την τιμητική απόφασή του, χωρίς προκατάληψη.
02
τιμητικά, με τιμή
in a way that maintains a person's dignity or earns respect
Παραδείγματα
He was honorably discharged due to injuries sustained in the line of duty.
Απολύθηκε τιμητικά λόγω τραυματισμών που υπέστη κατά την άσκηση των καθηκόντων του.
Λεξικό Δέντρο
dishonorably
honorably
honorable
honor



























