Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
honorable
01
αξιότιμος, ενάρετος
displaying high moral standards and consistently behaving with integrity, fairness, and honesty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most honorable
συγκριτικός βαθμός
more honorable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The honorable leader always prioritized integrity and fairness in decision-making, earning the respect and admiration of those around them.
Ο αξιότιμος ηγέτης προτίμησε πάντα την ακεραιότητα και τη δικαιοσύνη στη λήψη αποφάσεων, κερδίζοντας τον σεβασμό και τον θαυμασμό των γύρω του.
02
ενάρετος
worthy of being honored and respected due to high moral standards, integrity, or notable achievements
Παραδείγματα
The veteran’s honorable service to his country was recognized with a prestigious award at the ceremony.
Η τιμητική υπηρεσία του βετεράνου στη χώρα του αναγνωρίστηκε με ένα βραβείο κύρους στην τελετή.
03
ενάρετος, άξιος σεβασμού
morally good and deserving respect
Παραδείγματα
He is known for his honorable actions in the community.
Είναι γνωστός για τις τιμητικές του πράξεις στην κοινότητα.
Λεξικό Δέντρο
dishonorable
honorableness
honorably
honorable
honor



























