honker
hon
ˈhɒn
hon
ker
hunkerhankerhooker

Ορισμός και σημασία του "honker"στα αγγλικά

01

μύτη, μεγάλη μύτη

informal terms for the nose 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
honkers
02

κορνάρισμα, οδηγός που προκαλεί το κόρνο του αυτοκινήτου του να κάνει δυνατό ήχο

a driver who causes his car's horn to make a loud honking sound 
03

τεράστιο κύμα, τέρας

an extremely large wave, typically in surfing contexts 
ανεπίσημο
εξειδικευμένο
04

μεγάλη μύτη, μύτη

a large nose, often used humorously or in a teasing manner 
χιουμοριστικό
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He has a honker that he can't stop bragging about. 

Έχει μια μεγάλη μύτη για την οποία δεν μπορεί να σταματήσει να καυχιέται.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store