Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Honker
01
μύτη, μεγάλη μύτη
informal terms for the nose
02
κορνάρισμα, οδηγός που προκαλεί το κόρνο του αυτοκινήτου του να κάνει δυνατό ήχο
a driver who causes his car's horn to make a loud honking sound
03
τεράστιο κύμα, τέρας
an extremely large wave, typically in surfing contexts
04
μεγάλη μύτη, μύτη
a large nose, often used humorously or in a teasing manner
Παραδείγματα
You could see his honker from across the room!
Μπορούσες να δεις τη μεγάλη μύτη του από την άλλη πλευρά του δωματίου!
Λεξικό Δέντρο
honker
honk



























