honeymoon
Pronunciation
/ˈhəniˌmun/

Ορισμός και σημασία του "honeymoon"στα αγγλικά

01

μήνας του μέλιτος, γαμήλιο ταξίδι

a holiday taken by newlyweds immediately after their wedding
honeymoon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
honeymoons
Παραδείγματα
The honeymoon was a time for them to unwind, create lasting memories, and embark on new adventures together.
Το γλυκό του κουταλιού ήταν μια στιγμή για να χαλαρώσουν, να δημιουργήσουν διαρκείς αναμνήσεις και να ξεκινήσουν νέες περιπέτειες μαζί.
02

μήνας του μέλιτος, περίοδος του μέλιτος

the initial period of a relationship, business, or political situation characterized by calmness, goodwill, or harmony
Παραδείγματα
The diplomat 's first months in office were a honeymoon period.
Οι πρώτοι μήνες του διπλωμάτη στο αξίωμα ήταν μια περίοδος μηνός του μέλιτος.
to honeymoon
01

περνώ το μήνα του μέλιτος, πάω για μήνα του μέλιτος

to take a holiday or trip immediately after getting married
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
honeymoon
γ΄ ενικό πρόσωπο
honeymoons
ενεστώτα μετοχή
honeymooning
απλός αόριστος
honeymooned
παθητική μετοχή
honeymooned
Παραδείγματα
Newlyweds often honeymoon to celebrate their marriage.
Οι νεόνυμφοι συχνά πηγαίνουν σε μηνύμφο για να γιορτάσουν τον γάμο τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store